Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

"Έτσι σε μάθανε: κάπου ν' ανήκεις...." Οι εργασίες των μαθητών του Γ5

Στην παρούσα ανάρτηση παρουσιάζονται οι εργασίες των μαθητών για το βιβλίο «Κάπου να ανήκεις», του Φίλιππου Μανδηλαρά. Άλλες εργασίες ήταν ατομικές και άλλες ομαδικές. Άλλοι έκαναν βιβλιοπαρουσίαση  και βιβλιοκριτική, άλλοι ασχολήθηκαν με την παρουσίαση των σχέσεων, άλλοι εντόπισαν τα ποδοσφαιρικά στιγμιότυπα του βιβλίου, άλλοι κατέγραψαν τους στίχους και τη μουσική που υπάρχει στο βιβλίο. Η ανάρτηση τους δεν ήταν εύκολη υπόθεση, αφού κάποιοι δεν τις έστειλαν σε ηλεκτρονική μορφή. Πάντως το σύνολο των παιδιών δούλεψε εξαιρετικά και , αν μη τι άλλο, ήρθε σε επαφή με ένα ολόκληρο λογοτεχνικό έργο! 

Βιβλιοπαρουσίαση
Συγγραφέας: Φίλιππος Μανδηλαράς
Εκδόσεις: Πατάκη
Έτος έκδοσης:2010
Εικονογράφηση εξώφυλλου: Γιάννης Τραγάκης
 Αριθμός σελίδων:163
Στο λογοτεχνικό βιβλίο του Φίλιππου Μανδηλαρά «Κάπου ν' ανήκεις» ,πρωταγωνιστεί ένας έφηβος ο Γιάννης, ο οποίος είναι Παοκτζής και μένει στην Τούμπα. Πήγαινε εκεί σχολείο και είχε τους φίλους του και επίσης συμμετείχε και στην ομάδα του σχολείου. Αλλά μια μέρα ο πατέρας του αποφάσισε να μετακομίσουν στον Πειραιά για λόγους δουλειάς. Εκεί θα αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα, διότι θα είναι ο μόνος Παοκτζής στο σχολείο,  αφού όλοι είναι Ολυμπιακοί. Με την πάροδο του χρόνου ο Γιάννης θα βρεθεί αντιμέτωπος με κάποιους από τους συμμαθητές του απ' το σχολείο για ποδοσφαιρικά θέματα που αφορούν τον ΠΑΟΚ και τον Ολυμπιακό -  για παράδειγμα στον αγώνα για το κύπελλο ΠΑΟΚ- Ολυμπιακού ,στον οποίο νίκησε ο ΠΑΟΚ. Το μόνο καλό απ' όλη την κατάσταση ήταν ότι ο Γιάννης είχε βρει μια κοπέλα, την οποία έλεγαν Ανθή. Έπειτα μετά από τον επαναληπτικό αγώνα Ολυμπιακού-ΠΑΟΚ έγιναν πολλά επεισόδια μεταξύ οπαδών των δυο ομάδων. Εκεί ο Γιάννης έσωσε από έναν μανιακό Παοκτζή έναν Ολυμπιακάκια συμμαθητή του απ' το σχολείο. Από ' κείνη τη στιγμή και έπειτα ο Γιάννης είχε αναπτύξει καλές σχέσεις με τους συμμαθητές του, οι οποίοι τον κορόιδευαν παλιότερα. Ο Γιάννης βρίσκει τραγικό τέλος από έναν Παοκτζη του συλλόγου ,ο οποίος ήταν αστυνομικός, εξαιτίας της καλής του πράξης να σώσει ένα ολυμπιακακια από αυτόν, που ήταν φανατικός Παοκτζής. Πιστεύω πως το βιβλίο είναι ιδανικό για όλες τις ηλικίες κυρίως όμως για τους έφηβους,  γιατί είναι αυτοί που παθιάζονται περισσότερο για τις ομάδες. Θέλω να πιστεύω πως αν το διαβάσουν κάποιοι, οι οποίοι είναι πολλοί φανατισμένοι με τις ομάδες τους, θα τους βάλει σε σκέψεις που θα τους προβληματίσουν.
Γιάννης Χανόπουλος Γ'5




Δίνω ένα διαφορετικό τέλος στο βιβλίο
Σελίδα 161
Δε χάραζε – ήταν τα φώτα ενός αυτοκινήτου που έβγαινε στη Λαμπράκη. Προχωρούσε αργά και, όταν διασταυρωθήκαμε, σταμάτησε.
Σου ‘σφιξα το χέρι. Απότομα. Σαν προειδοποίηση. Γύρισες και με κοίταξες χαμογελαστός, σαν να μου έλεγες «Τι είναι;».
Μάλλον δεν είχες πάρει χαμπάρι. Θα ‘σουνα στον κόσμο σου. Στον κόσμο μας…
Πριν προλάβω να σου δείξω το αυτοκίνητο, ο συνοδηγός άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω.
Η λυγερόκορμη μορφή της ήταν επιβλητική. Τα μακριά μαλλιά της έπεφταν με χάρη στους ώμους και την πλάτη της. Τα μάτια της ήταν κουρασμένα και πρησμένα, αλλά έλαμπαν από χαρά.
- Γιάννη;’ , ρώτησε η κοπέλα με αβεβαιότητα. Η φωνή της έτρεμε, σαν από ανυπομονησία.
- ‘Μίνα;’ , η φωνή του γεμάτη ενθουσιασμό. ‘Τι κάνεις εδώ;’
- ‘Μόλις ήρθαμε. Με τον Αντώνη. Μόνοι μας. Ήθελα να σ’ το πω, αλλά ο Αντώνης επέμενε…’, ξαφνικά, χωρίς προειδοποίηση, έπεσε στην αγκαλιά σου. Ήταν μια αγκαλιά που έσφυζε από συναισθήματα. Συναισθήματα που δεν είχαν ειπωθεί. Ήταν το παρελθόν σου. Αλλά εγώ πάλι ζήλεψα. Γιατί ρε γαμώτο;
- ‘Χαίρομαι μόνο που είστε εδώ.’, είπες. Πληθυντικός. Καλό σημάδι., σκέφτηκα. Αλλά όταν αντίκρισα τα μάτια του πάνω από τους ώμους της Μίνας, κατάλαβα ότι ήσουν ευτυχισμένος. Το βλέμμα σου νοσταλγικό και απλανές. Τώρα σίγουρα ήσουν στον κόσμο σου. Ένιωσα ένοχη για αυτά τα άσκοπα συναισθήματα ζήλιας. Χαιρόσουν που οι παιδικοί σου φίλοι ήταν κοντά σου μετά από τόσα χρόνια. Δεν έκανες κανένα έγκλημα. Και σε εμπιστευόμουν. Τότε το βλέμμα σου καρφώθηκε πάνω μου και εγώ ανατρίχιασα. Δεν το περίμενα ότι μέσα στον κόσμο σου κάπου εκεί μέσα βρισκόμουν κι εγώ. Για μια ατελείωτη στιγμή χαθήκαμε ο ένας στα μάτια του άλλου. Ξαφνικά, σαν να ξύπνησες από έναν πολύωρο ύπνο, έσπασε την αγκαλιά σου με την Μίνα και την γύρισες για να με αντικρίσει. Το βλέμμα της το εντελώς αντίθετο από το δικό σου – αβέβαιο.
- ‘Αυτή είναι η φίλη μου, η Ανθή. Έχει ακούσει πολλά για σένα.’ , μίλησε πρώτος ο Γιάννης. Η Μίνα ούτε που κοκκίνισε. Η ματιά της σιγουρεύτηκε. Δεν είπε τίποτα όμως. Απλώς άπλωσε το χέρι της. Όταν το έσφιξα, εκείνη έσφιξε το δικό μου ελάχιστα παραπάνω κάνοντας με να την κοιτάξω. Όταν το έκανα, είδα το πρόσωπό μου να καθρεπτίζεται μέσα στα μάτια της και μετά… μόνο καλοσύνη. Ντράπηκα. Η καρδιά μου είναι τόσο χαζή μερικές φορές.
- ‘Χάρηκα.’ Το εννοούσα. ‘Για πόσο θα κάτσετε;’. Οι λέξεις βγήκαν από το στόμα μου πριν μπορέσω να τις σταματήσω.
-‘Σας είπα. Μόλις ήρθαμε.’, δεν φάνηκε ενοχλημένη από την ερώτηση. ‘Μόνιμα… Ελάτε να σας πάρουμε με τ’ αμάξι! Χρήστο…!’, αναφώνησε ξαφνικά απευθύνοντας τον λόγο της στον συνεπιβάτη της. ‘Κάνε χώρο!’ και μετά σε εμάς: ‘Ελάτε’.
Μου έδωσες ένα ενθαρρυντικό βλέμμα, με πήρες από το χέρι και με τράβηξες μπροστά χωρίς να πάρεις τα μάτια του από πάνω μου και εγώ φυσικά τα δικά μου. Η Μίνα μας άφησε για μερικά δευτερόλεπτα μόνους μέχρι να βροντοφωνάξει μέσα από το αυτοκίνητο: ‘Θέλετε να βιαστείτε; Έχει ψοφόκρυο!’. Όταν μπήκαμε μέσα, χωρίς να χάσει χρόνο, άρχισε τις συστάσεις.
-‘Παιδιά, από ‘δω ο Χρήστος. Χρήστο, από ‘δω η Ανθή και ο Γιάννης. Πρόσεχε!’, φώναξε στο Χρήστο που είχε γυρίσει 360 μοίρες για να μας χαιρετήσει. Με την πρώτη ματιά φαινόταν κοινωνικά αμήχανος. Ακολούθησαν, όμως, περίπου είκοσι λεπτά ευχάριστης συζήτησης, από τα οποία τα μισά αφιερωμένα στη μουσική. Η μουσική είναι η ζωή του.
Γιάννης
Μα, καλά τι θέλει κάποιος σαν τον Χρήστο με τη Μίνα;, σκέφτηκα. Η Μίνα είναι τρελό πανηγύρι, ενώ αυτός… Μπορεί να τους ένωσε η μουσική… Μπα… Σίγουρα φίλος του Αντώνη θα είναι. Ο Αντώνης… Δεν είναι ο εαυτός του τον τελευταίο καιρό. Αποστασιοποιημένος. Πολύ σοβαρός. Δεν απαντάει σε  όσα τηλεφωνήματα μπορεί και όταν  πια γίνομαι ανυπόφορος το σηκώνει με μισή καρδιά και μουρμουρίζει κάτι για «μαθήματα» και «πολύ διάβασμα». Δεν χρειάζεται κανένα ιδιαίτερο χάρισμα για να καταλάβω ότι έτσι είναι με όλους. Η Μίνα ανησυχεί. Τα μάτια της είναι φουσκωμένα από το κλάμα και μόλις τώρα ξαναρχίζει να βρίσκει τον παλιό της εαυτό. Ή έτσι δείχνει. Πάντα ήταν πολύ καλή στο να κρύβει πράγματα για τον εαυτό της, όταν θέλει. Στη συζήτηση δεν συμμετείχα. Ο Χρήστος μάλλον δεν το συνηθίζει κι όλας όποτε εμείς μείναμε σχεδόν σιωπηλοί. Τα κορίτσια όμως δεν ξέρω που βρήκαν τόση δύναμη και όρεξη μέσα στο κρύο και τη νύχτα γιατί δεν έβαλαν γλώσσα μέσα τους. Πάντως, όταν έφτασα σιώπησαν. Τις ευχαρίστησα νοερά. Το κεφάλι μου ήταν καζάνι. Καληνύχτισα, αποχαιρέτησα την Ανθή σφίγγοντας το χέρι της και μπήκα μέσα στο σπίτι. Έπεσα στο κρεβάτι μου σαν το κούτσουρο και αποκοιμήθηκα.
Η επόμενη μέρα με βρήκε ευδιάθετο. Ο ύπνος ήταν αναζωογονητικός. Ανασηκώθηκα λίγο από το μαξιλάρι μου και μύρισα τον αέρα. Μμ… Ομελέτα. Σηκώθηκα, πήγα στο μπάνιο, έπλυνα τα δόντια μου και φώναξα στη μάνα μου: ‘Συνάντησα την Μίνα χτες’, άκουσα τον ήχο ενός πιάτου που σπάει και σχεδόν έτρεξα στην κουζίνα. Βρήκα τη μητέρα μου να μαζεύει το πιάτο που της έπεσε από την έκπληξη. Ήμουν έτοιμος να εξηγήσω, αλλά το βλέμμα της με σταμάτησε. Ήταν σχεδόν απολογητικό. Τότε θυμήθηκα ότι δεν ήξερα ακόμα το λόγο που ήρθαν εδώ ο Αντώνης και η Μίνα.
-‘Μου κρύβεις τίποτα;’, ρώτησα σε υπαινικτικό τόνο.
-‘Τι να ξέρω εγώ, καλέ;’. Ο τόνος της ήταν απόλυτος, αλλά η φωνή της έτρεμε και βιάστηκε να γυρίσει πίσω στις δουλειές της χωρίς να ρωτήσει παραπάνω πληροφορίες για τα παιδιά. Ύποπτο. Πολύ. Με έκανε, όμως να θυμηθώ κάτι. Ο Αντώνης είναι εδώ. Και μπορώ να του μιλήσω χωρίς να με διακόψει κανείς. Ούτε καν αυτός. Δεν θα τον αφήσω να μου κλείσει την πόρτα στα μούτρα, όπως κάνει με το τηλέφωνο.
Σηκώθηκα, χωρίς να αγγίξω το πρωινό μου, άρπαξα τα πράγματά μου και βγήκα στο δρόμο με τα χθεσινά μου ρούχα. Κατευθύνθηκα προς το σπίτι που είχε δείξει η Μίνα στην Άνθη χτες στο αχνό φως της αυγής.
Ο κόσμος δεν ήταν αγουροξυπνημένος σαν κι εμένα. Ήταν ευχαριστημένος για το σαββατοκύριακο. Τα πούλια τραγουδούσαν. Ο καιρός το γιόρταζε. Το συναίσθημα ήταν μεταδοτικό. Είχα να νιώσω έτσι πολύ καιρό.
Μέτα από έξι λεπτά, είχα φτάσει. Ανέβηκα τις σκάλες και χτύπησα την πόρτα. Σχεδόν αμέσως μου άνοιξε ο Αντώνης. Αποσβολωμένος. Η Μίνα δεν του είχε πει προφανώς ότι με είχε δει χτες. Μετά από ένα δευτερόλεπτο, έπεσε στην αγκαλιά μου. Δεν το περίμενα αλλά τον αγκάλιασα σφιχτά.
Ένα δυνατό συναίσθημα με πλημμύριζε. Ένα μείγμα ενθουσιασμού, ανυπομονησίας και χαράς. Οι καλύτεροί μου φίλοι ήρθαν να μείνουν όσο πιο κοντά μου γίνεται – το διαμέρισμά τους βρίσκεται στα δυο τετράγωνα από το δικό μου. Είχα αποχωριστεί το ποδόσφαιρο. Όχι το άθλημα, αλλά την ιδεολογία σίγουρα. Είχα πάρει τις δικές μου αποφάσεις και ανταμείφθηκα από αυτές – τουλάχιστον δεν με αντιπαθούσαν πια οι συμμαθητές μου. Το σημαντικότερο απ’ όλα, όμως, είχα αποκτήσει μια υπέροχη φίλη που μπορούσα να εμπιστευτώ όσο κι αυτή εμένα, που με αποδεχόταν και με καταλάβαινε. Αναγνώρισα το συναίσθημα. Δεν ήταν απλώς χαρά αυτό που ένιωθα. Για πρώτη φορά, στη ζωή μου, ήμουν πραγματικά ευτυχισμένος. Και. Όχι. Μόνος.
Αφροδίτη Χλαπάνη, Γ5





Αυτά που ακολούθησαν τα θυμάμαι σαν σε φαστ φόργουορντ. Αυτός ο Βαγγέλης κάτι σου έλεγε ειρωνικά και τα λόγια του ήταν γεμάτα μίσος. Κάτι έλεγε ότι τους πρόδωσες και βοήθησες έναν γαύρο, τότε σε ένα επεισόδιο κοντά στο γήπεδο. Τότε μου ήρθε στο μυαλό και γιατί μιλούσες τόσο δισταχτικά και φοβισμένα για το ποδόσφαιρο. Γύρισα και σε ρώτησα τι εννοεί. Γύρισα πίσω σε αυτόν και τον είδα που έβαλε το χέρι του στην τσέπη του. Γυρνάω, σε βλέπω και σου ψιθυρίζωΓιάννη, πάει να βγάλει όπλο. Γιάννη,  πάμε να φύγουμε. Μου έσφιξες το χέρι και μου είπες Θα είναι χειρότερα, αν τρέξουμε. Γυρνάω ξανά. Βλέπω αυτήν την σκατοφατσα τον μπάτσο και σημάδευε εσένα με το όπλο. Ο άλλος από μέσα φώναζε να μας αφήσει ήσυχους και να κατεβάσει το όπλο. Σκάσε επιτελούς και μην ασχολείσαι»,  γύρισε και του απάντησε. Η σκατοφατσα γύρισε και μας ξανά κοίταξε. Αυτήν την φορά το μίσος ήταν αδιαπέραστο στα μάτια του. Λες και του είχες πάρει κάποιο δικό του πρόσωπο. Εκείνη την ώρα σκεφτόμουν ότι εσύ μπορεί να μην πήρες κάποιον δικό του,  αλλά αν εκείνος πατούσε την σκανδάλη θα έπαιρνε κάτι δικό μου. Θα έπαιρνε εσένα. Δεν θα το άφηνα έτσι. Όταν είδα ότι πάτησε την σκανδάλη μπήκα μπροστά σου. Ένιωσα την σφαίρα να με τρυπάει στο στήθος. Έπεσα κάτω και θυμάμαι μόνο εκείνο το "Όχι, Ανθήηηη!" που με τόση θλίψη φώναξες. Και αυτό ήταν το τέλος.
Ζωζώ Τσακίρη, Γ5



Σελ. 160 ..Δεν ξέρω πόσες ώρες καθίσαμε εκεί, στην προβλήτα. Ξέρω μόνο ότι κάποια στιγμή είχα σκεφτεί ότι θα ξημέρωνε . Είχαν μεγαλώσει οι νύχτες , κι ας ήταν ακόμη καλοκαίρι.
Όταν τελείωσες , σηκώθηκε σαν ξεμουδιάσεις και είπες : Ρε συ, πέρασε η ώρα…..
Γέλασα και σε ρώτησα αν ήθελες να φύγουμε.
- Μπα, είπες. Ας κάτσουμε λίγο ακόμα. Ωραία είναι.
Έγειρα πάνω σου. Κάπου στο βάθος ακουγόταν η σειρήνα ενός περιπολικού να σκίζει την ησυχία τςη νύχτας. . Μας προσπέρασε. Κάτσαμε αμίλητοι για ώρες. Νομίζω κοιμήθηκα και λιγάκι.
Κοίταξες το κινητό σου. Ώρα πέντε παρά. Δέκα αναπάντητες κλήσεις από Μαμά και άλλα τόσα μηνύματα απ ότι πρόλαβα να δω , πριν κρύψεις το τηλέφωνο σου ντροπιασμένος.
Φύγαμε, με γύρισες σπίτι. Ανέβηκα πάνω , σε κοίταζα να απομακρύνεσαι και αν χάνεσαι από τα μάτια μου. Έπεσα για ύπνο, σκεπτόμενη πως αυτή ήταν η καλύτερη μέρα της ζωή μου μέχρι σήμερα……
Ολυμπία Τρίγκα, Γ5





Και εκεί που το θηρίο άδειασε το πιστόλι πάνω σου γρήγορα γρήγορα, έβγαλα το κινητό μου για να πάρω τηλέφωνο στο νοσοκομείο. Από το φόβο μου δεν ήξερα τι να πρωτο κάνω κι έτσι άρχισα να ουρλιάζω για βοήθεια τριγύρω μου. Είχε μαζευτεί πολύς κόσμος αλλά κανείς δεν ήξερε τι να κάνει , αφού όλοι ήταν σοκαρισμένοι με σένα. Ευτυχώς το ασθενοφόρο δεν άργησε να έρθει και μας πήγε όσο γρηγορότερα μπορούσε στο νοσοκομείο. Με το που φτάσαμε, κατευθείαν  σε βάλανε στο χειρουργείο για να βγάλουν τη σφαίρα. Μετά από τόσες επεμβάσεις και ναι………!  Εσύ κατάφερες και κρατήθηκες στη ζωή. Είδες πώς σου τα φέρνει η ζωή; Να ξέρεις πώς είναι δύσκολο να ζει κανείς , αλλά το πιο εύκολο πράγμα είναι να πεθάνεις….
Μουαζέζ Χατζηφειζουλάχ, Γ5






"Φύγε, Γιάννη, τρέχα, Γιάννη, πέτα, Γιάννη, δεν είναι μπάλες οι σφαίρες, Γιάννη, για να τις αποκρούσεις". Στη στιγμή ακούστηκαν πυροβολισμοί, Εγώ είχα ρίξει το πρόσωπο μου στο έδαφος επειδή φοβήθηκα μήπως και αντικρίσω το πτώμα σου, κάτι που ποτέ δεν έγινε. Έτρεμα, έτρεμα από φόβο μη σε δω νεκρό, αν δεν μου είχες φωνάξει "Ανθή!!!!!" και δεν με είχες πάρει αγκαλιά δεν θα σήκωνα το κεφάλι μου. Δεν ξέρεις τι ανακούφιση ένιωσα που ήσουν σώος και αβλαβής, αλλά και τι λύπη ένιωσα βλέποντας τον άλλον αστυνομικό πεσμένο στο χώμα νεκρό. Είχε μπει μπροστά στον Βαγγέλη την τελευταία στιγμή για να σε σώσει, για να μας σώσει. Γενναίος, πολύ γενναίος και η ανταμοιβή του; Θάνατος. Θάνατος, αλλά πέθανε για να ζήσουν δυο νέα παιδιά, πέθανε σώζοντας 2 ψυχές, κάνοντας αυτό που θεωρούσε σωστό και δίκαιο. Λίγο πιο δίπλα από το νεκρό σώμα του αστυνομικού βρισκόταν πεσμένος στα γόνατά ο Βαγγέλης, που είχε καταρρεύσει. Είχε καταρρεύσει, ίσως γιατί απλά σκότωσε κάποιον, ίσως γιατί φοβόταν τη τιμωρία της πράξης του αυτής ή ίσως γιατί αυτός ο αστυνομικός ήταν ο μόνος πραγματικός φίλος του. Ο μόνος που τον ήξερε, τον ανεχόταν και τον αγαπούσε. Η μόνη του οικογένεια. Γιατί λέω ο μόνος; Γιατί ο ίδιος ο Βαγγέλης ήξερε βαθιά μέσα του ότι τα παιδιά στο σύνδεσμο, δεν του ήταν στην πραγματικότητα τίποτα, απλά είχαν την ίδια ανάγκη κάπου ν' ανήκουν, δεν τους ένοιαζε που, αρκεί να ανήκαν κάπου. Δεν νοιάζονταν πραγματικά για εκείνον. Μόνο ο φίλος του το έκανε, και να τώρα που τον σκότωσε, επειδή είχε τυφλωθεί από το μίσος ή μάλλον τον φθόνο που έτρεφε για τον Γιάννη, καθώς είχε καταφέρει να μην έχει πλέον την ανάγκη ν' ανήκει κάπου…

Μαρία Νίκη Χατζαντώνη, Γ5




Περιγραφή των σχέσεων του Γιάννη με τους γονείς του και το φίλο του Αντώνη
Οι σχέσεις του Γιάννη με του γονείς του
Στο βιβλίο "Κάπου να ανήκεις",που διαβάσαμε, φανερώνεται αρκετά η κόντρα που έχει ο Γιάννης με τους γονείς του. Αυτήν την κόντρα την παρατηρήσαμε σε αρκετά αποσπάσματα, στα οποία υπάρχουν  συγκρούσεις  ανάμεσα  στον Γιάννη  και τον πατέρα  του.  Αυτές αρχίζουν  από την σκέψη  του Γιάννη  ότι ο πατέρας  του ήταν Ολυμπιακός  Όπως έλεγε και στην Ανθή : "κρυφογαυρος"! Αυτό παίζει μεγάλο  ρόλο στην σχέση του Γιάννη με τον πατέρα του, διότι  ένας γνήσιος  Παοκτζης πρέπει να μην πάει τους Γαύρους, Αρειανους και τους Πράσινους(σύμφωνα με τον νονό του).  Ο πατέρας ήθελε το παιδί του να είναι ένα φυσιολογικό παιδί, το οποίο να μην έχει τέτοια έχθρα, τέτοιο ανταγωνισμό  και κυρίως  να μην έχει μπλεξίματα, παρόλο που ο Γιάννης ήταν σε μια δύσκολη θέση διότι μετακόμισε στην Αθήνα σε σχολείο με Γαυρους. Παρόλα αυτά όμως, ο πατέρας ποτέ δεν έδειξε κατανόηση στα θέλω του παιδιού του. Μετα από καιρό όμως ο Γιάννης είδε ότι τον ενδιαφέρει η μουσική, αλλά όποτε άκουγε μουσική ο πατέρας σε αντίθεση με την μητέρα  διέκοπτε τον Γιάννη και του έλεγε να χαμηλώσει την μουσική. Ήθελε το παιδί του να μεγαλώσει , όπως μεγάλωσε  και ο ίδιος (κι ας μην είχε καταλάβει το τι έκανε) . Υπήρχαν πολλές συγκρούσεις  ανάμεσα τους τις οποίες βέβαια τις έκλεινε  η μητέρα καθησυχάζοντας τον άντρα της . Η μητέρα  πάντα έβρισκε  τρόπο να σταματήσει τον καυγά ανάμεσα στο γιό και τον πατέρα. Η μητέρα  έδειχνε κατανόηση και στο παιδί και στον άντρα της . Με λίγα λόγια η σχέση του Γιάννη  ήταν καλύτερη  με την μητέρα  παρά με του πατέρα του.
Μελίσα Τσίπι – Ογιά Χατζηχαλήλ, Γ5



Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ
Ο Αντώνης και ο Γιάννης  γνωρίστηκαν στην Στ δημοτικού, σε έναν αγώνα ποδοσφαίρου. Ο Αποστόλης και ο Θάνος, οι καλύτεροι παίχτες της ομάδας, είχαν βγει από το παιχνίδι και ο Αντώνης  αναγκάστηκε να τους αντικαταστήσει. Το παίξιμό του ήταν ομαδικό και δίκαιο, έτσι κίνησε την περιέργεια του Γιάννη. Μετά από ένα επεισοδιακό ματς τα αγόρια άρχισαν να κάνουν παρέα. Συνδέθηκαν περαιτέρω μέσω της μουσικής την οποία εισήγαγε ο Αντώνης στη ζωή του Γιάννη. Από αυτό το σημείο και μετά τα αγόρια άρχισαν  να επικοινωνούν μέσω της μουσικής .
Ο Γιάννης  γνώρισε την αδελφή του Αντώνη, Μίνα και τον πατέρα του, Θανάση. Ο Θανάσης άρχισε να γράφει  μουσικά κομμάτια για τον Γιάννη, ο οποίος αναζητούσε το μουσικό του στιλ. Αυτό έγινε συνήθεια. Όλα ανατράπηκαν,  όταν ο Γιάννης έπρεπε να μετακομίσει από τη Θεσσαλονίκη στον Πειραιά. Τότε συνειδητοποίησε ότι ο Αντώνης  ήταν ο μόνος αληθινός του φίλος και, όταν θα έφευγε,  θα του έλειπε πραγματικά. Πέρασε αρκετός καιρός μέχρι να ξαναμιλήσουν τα δύο αγόρια.
 Συναντήθηκαν ξανά όταν ο Γιάννης ανέβηκε στη Θεσσαλονίκη για να τους δει. Υπήρχε μεγάλο χάσμα μεταξύ τους. Από αυτή τη στιγμή και μετά τα αγόρια δεν επικοινώνησαν ξανά μέχρι που ο Γιάννης πήρε τηλέφωνο τον Αντώνη,  για να του εξιστορήσει τα προβλήματα που αντιμετώπιζε στον Πειραιά. Εκείνος, όμως, έμεινε αμίλητος καθ’ όλη τη διάρκεια του τηλεφωνήματος και , όταν ο Γιάννης τελείωσε την διήγησή του, ο Αντώνης πρότεινε να περάσει στο τηλέφωνο τη Μίνα. Ο Γιάννης έλαβε την ίδια ψυχρή ανταπόκριση από τη Μίνα, η οποία κατέληξε να του το κλείσει στα μούτρα. Μετανιώνοντας, εκείνη τον  ξαναπήρε μετά από μισό δευτερόλεπτο για να του ανακοινώσει το θάνατο της μητέρας της.
Η τελευταία τους επαφή έγινε μερικές μέρες αργότερα από αυτό το περιστατικό. Ο Γιάννης ξαναπήρε τηλέφωνο,  γιατί ανησυχούσε για την Μίνα και τον Αντώνη. Μετά από αυτό, οι δρόμοι τους χώρισαν. Τα παιδιά μετακόμισαν στην Αμερική, στο σπίτι της χαμένης τους μητέρας και δεν βρήκαν την ευκαιρία να επικοινωνήσουν ξανά.

Η επιρροή του Αντώνη στο Γιάννη
Ο Αντώνης, κατ’ αρχάς, εισήγαγε τον Γιάννη στον κόσμο της μουσικής, όπως προαναφέραμε. Ήταν μια πρωτόγνωρη εμπειρία που βοήθησε τον Γιάννη να βρει την ταυτότητά του και γενικότερα τον εαυτό του. Ουσιαστικά, ο Αντώνης έδωσε στον Γιάννη την αίσθηση ότι ανήκει κάπου.
Μαρία Νίκη Χατζαντώνη, Ζωζώ Τσακίρη, Δομνίκη Χατζηνικολάου, Γ5






ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΑ ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ
Ένας ποδοσφαιρικός αγώνας ήταν στην γυμναστική στο σχολείο. Τα παιδιά μαζί με τον κύριο Τάκη, τον γυμναστή έπαιζαν ποδόσφαιρο. Αρχικά χωριστήκαν σε ομάδες και ο Γιάννης έκατσε τέρμα. Μετά από αυτόν τον αγώνα, ενώ όλοι ψήφισαν mvp τον Θάνο, τον Αποστόλη και την Κατερίνα, ο γυμναστής διάλεξε τον Γιάννη. Με αυτόν τον τρόπο δείχνει ο συγγραφέας ότι κάθε παίκτης στο γήπεδο είναι σημαντικός.
Έπειτα  από αυτόν τον αγώνα ο Γιάννης κέρδισε μια θέση στην σχολική ομάδα ποδοσφαίρου.
Στη συνέχεια σε έναν αγώνα με την Επανομή έγιναν κάποια επεισόδια και
έτσι ο Γιάννης έγινε αρχηγός. Στα τελευταία λεπτά ο Γιάννης εκτελεί το πεναλτι και σκοράρει δείχνοντας για άλλη μια φορά πως είναι σημαντικός παίχτης.
Όταν κατέβηκε στην Αθήνα,  πήγε να δει το ματς ΠΑΟ-ΠΑΟΚ και ενώ όλα πήγαιναν καλά,  στο τέλος ήρθαν ισοπαλία, θύμωσαν οι Παοκτσηδες και άρχισαν τον πετροπόλεμο με τους αστυνομικούς και τους βαζελους.
 Εδώ ο συγγραφέας μας παρουσιάζει  ότι μέσα στον αθλητισμό υπάρχει πολλή βία.
Για να τον αποτρέψει από το να πηγαίνει στο γήπεδο,  ο πατέρας του τον έγραψε στον Ιωνικό.  Φαίνεται λοιπόν η προσπάθεια των γονιών του να σταματήσει τα οπαδιλικια. Όμως όταν πήγε να δει τον προημιτελικό του κυπέλλου Ολυμπιακός-ΠΑΟΚ, επειδή ήθελε να πάει κόντρα στον πατέρα του, έγιναν μερικά επεισόδια και στο τέλος ο Γιάννης έγινε ηρωας,  αφού έσωσε έναν συμμαθητή του, που ήταν Ολυμπιακός. Μας προτρέπει ο συγγραφέας να βοηθάμε τον καθένα άσχετα αν είναι διαφορετική ομάδα από εμάς. Από τα τελευταία επεισόδια ήταν, όταν μια μέρα στον σύνδεσμο, ο Βαγγέλης,  ο αρχηγός του συνδέσμου,  κορόιδευε τον Ρουστου, τον αγαπημένο τερματοφύλακα του Γιάννη, λέγοντας τον παλιοτουρκο.
Αποδεικνύεται ότι οι φανατικοί οπαδοί είναι ρατσιστές και νοιάζονται μόνο για την ομάδα τους.
Αλέξης Τσάτσα, Δημήτρης Τρίγκας, Γιάννης Χανόπουλος, Γ5




Οι στίχοι των τραγουδιών που υπάρχουν μέσα στο βιβλίο σε μια παρουσίαση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: